- παρατραβηγμένος
- aşırı çekilmiş
Ελληνικό – Τουρκικό Λεξικό. 2010.
Ελληνικό – Τουρκικό Λεξικό. 2010.
παρατραβάω — (σπάν. παρατραβώ), παρατράβηξα, παρατραβηγμένος βλ. πίν. 66 Σημειώσεις: παρατραβάω : η μτχ. παρατραβηγμένος χρησιμοποιείται κυρίως ως επίθετο, για να χαρακτηρίσει κάτι ως υπερβολικό, παράλογο, εξωπραγματικό … Τα ρήματα της νέας ελληνικής
παρατραβώ — 1. τραβώ υπερβολικά, περισσότερο από όσο πρέπει, παρατεντώνω 2. μτφ. παρατείνω τη χρονική διάρκεια μιας ενέργειας υπερβολικά 3. (αμτβ.) παρατείνομαι υπερβολικά, διαιωνίζομαι, παίρνω πολύ μάκρος 4. (η μτχ. παθ. παρακμ.) παρατραβηγμένος, η, ο (και… … Dictionary of Greek
παρατραβώ — παρατράβηξα, παρατραβήχτηκα, παρατραβηγμένος 1. μτβ., τραβώ, σέρνω, έλκω υπερβολικά: Το παρατράβηξες το σκοινί και κόπηκε. 2. παρατείνω χρονικά, μεγαλώνω τη διάρκεια: Την παρατραβήξαμε την επίσκεψη. 3. αμτβ., διαρκώ πολύ χρόνο: Παρατράβηξε η… … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)